Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Η εισήγηση της Πρωτοβουλίας κατά της Ομοφοβίας Ξάνθης για την ταινία Fremde Haut


Οι προηγούμενες εκδηλώσεις μας ήταν αφιερωμένες σε δύο κοινωνικές ομάδες που είτε έχουν πληγεί ή πλήττονται από τη δολοφονική βία των ομοφοβικών, είτε ζουν με τον φόβο της: τους επιζήσαντες ομοφυλόφιλους των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, τα σύγχρονα θύματα ακροδεξιάς ομοφοβικής βίας στην Ελλάδα και, φυσικά, τα διεμφυλικά/διαφυλικά άτομα. Με τις δύο αυτές εκδηλώσεις θελήσαμε να δώσουμε φωνή στα θύματα της ομοφοβίας κυρίως για να καταδείξουμε την ίδια την ομοφοβία ως ξεκάθαρη μορφή καταπίεσης. Για την τρίτη εκδήλωση που οργανώνουμε φέτος σαν Πρωτοβουλία κατά της ομοφοβίας Ξάνθης, επιλέξαμε μια ταινία η οποία αφορά μια άλλη κοινωνική ομάδα που υφίσταται καταπίεση: τις ομοφυλόφιλες γυναίκες.

Ένας απ’ τους λόγους που επιλέξαμε αυτή την ταινία, είναι για να υπονομεύσουμε την μαζική εντύπωση που προωθείται απ’ τα συστημικά μέσα ότι η ομοφυλοφιλία αφορά αποκλειστικά, ή, έστω, κυρίως, λευκούς μεσοαστούς άντρες· μια εντύπωση που σιγοντάρεται από έναν γενικευμένο σεξισμό που διαποτίζει όλους τους τομείς της καθημερινότητάς μας (από τις γλωσσικές δομές, στις οποίες το αρσενικό έχει πάντα προτεραιότητα, μέχρι τον άτυπο ή παράτυπο αποκλεισμό γυναικών από «ανδρικά» επαγγέλματα). Υποδαυλίζεται, επίσης, από αντιλήψεις παράγωγες αυτού του σεξισμού, σύμφωνα με τις οποίες είτε δεν υπάρχουν «πραγματικά ομοφυλόφιλες» γυναίκες, παρά μόνο γυναίκες που ακόμα δεν έχουν γνωρίσει τον κατάλληλο άντρα, είτε οι ομοφυλόφιλες γυναίκες, λόγω του ότι αρνούνται τον ρόλο της συζύγου ή της μητέρας των παιδιών ενός άντρα, δεν θεωρούνται «πραγματικές γυναίκες». Ένας δεύτερος λόγος, λοιπόν, είναι ότι, πέρα από την ομοφοβία, οι ομοφυλόφιλες γυναίκες έχουν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα δύο διαφορετικές – αν και συνυφασμένες – μορφές καταπίεσης: την ομοφοβία και τον σεξισμό. Με άλλα λόγια αναγκάζονται να υπερασπιστούν και να διεκδικήσουν το δικαίωμά τους να είναι ταυτόχρονα και γυναίκες και ομοφυλόφιλες.

Ωστόσο η ταινία αυτή δεν είναι μόνο μια ταινία για τον λεσβιακό έρωτα· είναι επίσης μια ταινία για τη μετανάστευση· τη μετανάστευση με τη στενή αλλά και με την ευρεία έννοια· τη μετανάστευση σε μια άλλη χώρα, τη μετανάστευση σε ένα άλλο σώμα. Ας αναρωτηθούμε για μια στιγμή τι είναι εκείνο που προτρέπει κάποια/κάποιον να αναζητήσει μια νέα χώρα ή/και μια νέα ταυτότητα. Τα κίνητρά του/της είναι αφενός μεν οικονομικά (να βρει ένα κομμάτι ψωμί), αφετέρου δε πολιτικά (να είναι ελεύθερη/ελεύθερος να ζει και να εκφράζεται όπως ο ίδιος/η ίδια θέλει· να βιοπορίζεται και να ζει με αξιοπρέπεια). Εξάλλου, τι είναι η μετανάστευση αν όχι η αναζήτηση της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας; Κι ας σκοντάφτεις ξανά και ξανά πάνω σε νέους δυνάστες... Όπως η Φαρίμπα, η πρωταγωνίστρια της ταινίας, η οποία, στην προσπάθειά της να γλιτώσει από τη βία ενός θεοκρατικού, θεσμικά σεξιστικού και ομοφοβικού καθεστώτος που την έχει καταδικάσει σε θάνατο, εγκλωβίζεται στον καθημερινό, «τετριμμένο», ρατσισμό μιας μικρής δυτικής κοινότητας η οποία την αντιμετωπίζει σαν ξένο σώμα και που, εν ολίγοις, δεν της αφήνει περιθώρια πέρα απ’ το να κρυφτεί κάτω από ένα ξένο δέρμα.
Αναγκασμένη να υιοθετήσει την ταυτότητα ενός άλλου για να εξασφαλίσει το πολυπόθητο άσυλο, η Φαρίμπα έρχεται αντιμέτωπη με την Ισλαμοφοβία – μια σύγχρονη μορφή ρατσισμού που χωρίζει τους ανθρώπους, με βάση δήθεν αγεφύρωτες πολιτιστικές διαφορές, ενώ επαναφέρει με ύπουλο τρόπο και το ζήτημα του χρώματος ως πηγή διάκρισης. Κι όσο πιο χαμηλά βρίσκεται κάποια/κάποιος ταξικά, τόσο χειρότερα την βιώνει! Μ’ αυτόν τον τρόπο η ταινία, μεταξύ άλλων, αναδεικνύει και το ότι τα συστήματα ή οι μορφές καταπίεσης αλληλοσυνδέονται και συνήθως βιώνονται ταυτόχρονα. Ταυτόχρονα, λοιπόν, πρέπει και να αντιμετωπίζονται.


Στα 1983, η Αμερικανίδα εκπαιδευτικός Μπάρμπαρα Σμιθ (μαύρη, λεσβία. Αριστερή, ακριβίστρια) έγραφε στους συναδέλφους της:

[...] Σαν μαύρη γυναίκα, λεσβία, φεμινίστρια και ακτιβίστρια δεν μου είναι δύσκολο να δω πώς συνδέονται τα συστήματα καταπίεσης, κυρίως επειδή επηρεάζουν τη ζωή μου τόσο συχνά. Στα 1970 και 1980 οι πολιτικοποιημένες έγχρωμες λεσβίες ήταν οι πλέον οξυδερκείς αναφορικά με την ανάγκη κατανόησης των δεσμών μεταξύ των μορφών καταπίεσης. Επίσης, εναντιώθηκαν τη δόμηση ιεραρχιών και αμφισβήτησαν την εύκολη λύση του να επιλέγεις μια «κύρια μορφή καταπίεσης» και να υποβιβάζεις τις αντιφάσεις που προκαλούνται όποτε η φυλή, το φύλο, η τάξη και η σεξουαλική ταυτότητα αλληλεπιδρούν. Είναι ειρωνικό το ότι για τις δυνάμεις της δεξιάς το μίσος για τις λεσβίες και τους γκέι και το μίσος για τα έγχρωμα άτομα, τους Εβραίους και τις γυναίκες είναι αλληλένδετα. Εκείνοι συνδέουν τις μορφές καταπίεσης με τον πιο αρνητικό τρόπο και τα πιο φρικτά αποτελέσματα, ενώ οι υποτιθέμενοι προοδευτικοί, οι οποίοι αντιτίθενται στην καταπίεση σε όλα τα άλλα επίπεδα αρνούνται να αναγνωρίσουν την κοινωνικά αποδεκτή κακομεταχείριση των λεσβιών και των γκέι ανδρών σαν σημαντικό πρόβλημα. Η σιωπηλή τους αντίδραση είναι η εξής: «Ομοφοβία: γιατί ν’ ασχοληθούμε;»

[…] Ένας λόγος να ασχοληθούμε είναι το ότι ένα δέκα τοις εκατό των μαθητών σας θα γίνουν ή ήδη είναι λεσβίες και γκέι. Το ίδιο κι ένα δέκα τοις εκατό των συναδέλφων σας. Η ομοφοβία μπορεί να είναι η τελευταία απ’ τις μορφές καταπίεσης που θα εξαλειφθεί· αλλά θα εξαλειφθεί! Μα θα εξαλειφθεί πολύ πιο γρήγορα αν άνθρωποι που αντιτίθενται σε κάθε μορφή υποταγής συνασπιστούν για να τα καταφέρουν.

Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η δική μας – μικρή, αλλά σημαντική – προσπάθεια ως Πρωτοβουλία Ξάνθης κατά της Ομοφοβίας.

Κείμενο που μετέφρασε η Πρωτοβουλία κατά της Ομοφοβίας Ξάνθης: "Ομοφοβία: γιατί μας αφορά"

Μπάρμπαρα Σμιθ – Ομοφοβία: γιατί να το κάνουμε θέμα; (1983)1
Το 1977, η Κομπαχί Ρίβερ Κολέκτιβ, μια Βοστωνέζικη οργάνωση μαύρων φεμινιστριών της οποίας ήμουν μέλος, έγραψε τα εξής:
Η πλέον γενική δήλωση της πολιτικής μας στην παρούσα στιγμή θα ήταν το ότι είμαστε ενεργά αφοσιωμένες στην πάλη ενάντια στην φυλετική, έμφυλη, ετεροφυλοφιλική και ταξική καταπίεση και ότι θεωρούμε υποχρέωσή μας την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης ανάλυσης και πρακτικής που να βασίζεται στο γεγονός ότι τα μεγάλα συστήματα καταπίεσης είναι συνδεόμενα… Συχνά δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε τη φυλετική καταπίεση από την ταξική ή την έμφυλη, επειδή στη ζωή αυτές συνήθως βιώνονται ταυτόχρονα.2
Παρά τη λογική και τη διαύγεια της ανάλυσης μιας ομάδας γυναικών του Τρίτου Κόσμου σχετικά με την ταυτόχρονη βίωση διαφορετικών μορφών καταπίεσης, άνθρωποι όλων των χρωμάτων, συμπεριλαμβανομένων και προοδευτικών, φαίνονται να διστάζουν να κατανοήσουν αυτές τις βασικές αλήθειες· ειδικά όταν πρόκειται να κάνουν την ενεργή αντίσταση στην ομοφοβία κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Η ομοφοβία είναι συνήθως η μορφή καταπίεσης που θα αναφερθεί τελευταία, αυτή που θα λάβει σοβαρή αντιμετώπιση τελευταία, αυτή που θα εξαλειφθεί τελευταία. Ωστόσο πρόκειται για μια μορφή καταπίεσης εξαιρετικά σοβαρής και ενίοτε μοιραίας.
Για παράδειγμα, το βράδυ της 29ης Σεπτέμβρη του 1982, 20 με 30 αστυνομικοί της Νέας Υόρκης μπουκάρανε χωρίς προειδοποίηση στο Μπλουζ, ένα μπαρ στην Τάιμς Σκουέρ. Παρενοχλήσανε και δείρανε σοβαρά τους πελάτες, βανδαλίσανε τον χώρο, αδειάσανε το ταμείο και φύγανε χωρίς να κάνουν ούτε μία σύλληψη. Τι προκάλεσε μια τόσο κτηνώδη συμπεριφορά; Η απάντηση είναι απλή. Οι αστυνομικοί εμπνεύστηκαν από τρία αγαπημένα αξιώματα της κοινωνίας, τον ρατσισμό, τον ταξισμό και την ομοφοβία: η πελατεία του μπαρ αποτελείται από μαύρους/ες ομοφυλόφιλους/ες που ανήκουν στην εργατική τάξη. Όσο σπάγανε κεφάλια, οι αστυνομικοί ουρλιάζανε ρατσιστικά και ομοφοβικά επίθετα οικεία σε κάθε σχολιαρόπαιδο. Το μίσος των επιτιθέμενων τόσο για τις αδερφές όσο και για τους έγχρωμους, αντί να τους καταστήσει εξαίρεση, τους ενέταξε στην καρδιά της κυρίαρχης τάσης. Κι αν οι πράξεις τους ήταν πιο ακραίες από αυτές των περισσοτέρων, η συμπεριφορά τους σίγουρα δεν ήταν.
Το μπαρ Μπλουζ τυχαίνει να βρίσκεται ακριβώς απέναντι απ’ τα γραφεία των Νιού Γιορκ Τάιμς. Το λευκό, μεσοαστό, προφανώς ετεροφυλόφιλο προσωπικό της μεγαλύτερης εφημερίδας του έθνους συχνά-πυκνά τηλεφωνεί στην αστυνομία με παράπονα για το μπαρ. Όπως ήταν αναμενόμενο, καμία απ’ τις ημερήσιες εφημερίδες της Νέας Υόρκης, ούτε οι Τάιμς, δεν έκανε τον κόπο να αναφέρει το περιστατικό. Ένας συνασπισμός λευκών και προερχόμενων από τον Τρίτο Κόσμο λεσβιών και γκέι οργάνωσε μια μεγάλη διαμαρτυρία λίγο μετά την επίθεση. Τόσο οι μετριοπαθείς όσο και οι μαχητικές αντιρατσιστικές οργανώσεις έλαμψαν δια της απουσίας τους κι ακόμα να καταδικάσουν δημόσια ένα επαληθευμένο περιστατικό αστυνομικής βίας. Ο λόγος, δίχως άλλο, είναι ότι οι μαύροι που εμπλέκονταν δεν ήταν στρέιτ.
Διαπλέκοντας τους «-ισμούς»
Αυτό που συνέβη στο Μπλουζ απεικονίζει τέλεια τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλοι «ισμοί», ανάμεσα στους οποίους και η ομοφοβία, είναι στενά και βίαια συνδεδεμένοι. Σαν μαύρη γυναίκα, λεσβία, φεμινίστρια και ακτιβίστρια δεν μου είναι δύσκολο να δω πώς συνδέονται τα συστήματα καταπίεσης, κυρίως επειδή επηρεάζουν τη ζωή μου τόσο συχνά. Στα 1970 και 1980 οι πολιτικοποιημένες έγχρωμες λεσβίες ήταν οι πλέον οξυδερκείς αναφορικά με την ανάγκη κατανόησης των δεσμών μεταξύ των μορφών καταπίεσης. Επίσης, εναντιώθηκαν τη δόμηση ιεραρχιών και αμφισβήτησαν την εύκολη λύση του να επιλέγεις μια «κύρια μορφή καταπίεσης» και να υποβιβάζεις τις αντιφάσεις που προκαλούνται όποτε η φυλή, το φύλο, η τάξη και η σεξουαλική ταυτότητα αλληλεπιδρούν. Είναι ειρωνικό το ότι για τις δυνάμεις της δεξιάς το μίσος για τις λεσβίες και τους γκέι και το μίσος για τα έγχρωμα άτομα, τους Εβραίους και τις γυναίκες είναι αλληλένδετα. Εκείνοι συνδέουν τις μορφές καταπίεσης με τον πιο αρνητικό τρόπο και τα πιο φρικτά αποτελέσματα, ενώ οι υποτιθέμενοι προοδευτικοί, οι οποίοι αντιτίθενται στην καταπίεση σε όλα τα άλλα επίπεδα αρνούνται να αναγνωρίσουν την κοινωνικά αποδεκτή κακομεταχείριση των λεσβιών και των γκέι ανδρών σαν σημαντικό πρόβλημα. Η σιωπηλή τους αντίδραση είναι η εξής: «Ομοφοβία: γιατί να το κάνουμε θέμα;»
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους κάποια, κατά τ’ άλλα ευαίσθητα, άτομα διστάζουν να αντιμετωπίσουν την ομοφοβία τους και αυτή των άλλων. Ένας κύριος λόγος είναι το ότι οι άνθρωποι γενικά απειλούνται από θέματα σεξουαλικότητας· για κάποιους η ύπαρξη και μόνο των ομοφυλόφιλων θέτει τη δική τους σεξουαλικότητα/ετεροφυλοφιλία υπό αμφισβήτηση. Σε αντίθεση με άλλες καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες, οι ομοφυλόφιλοι/ες δεν αποτελούν μια ομάδα της οποίας η ταυτότητα είναι ξεκάθαρη από γεννησιμιού τους. Μέσα από την αυτοαποκάλυψη μπορεί κάποιος/α να αποκτήσει αυτή την ταυτότητα σε οποιαδήποτε φάση της ζωής του/της. Ένας τρόπος για να προστατέψει κάποιος/α τα ετεροφυλοφιλικά του/της πειστήρια και προνόμια είναι το να ταπεινώνει λεσβίες και γκέι όπου κι αν τους βρίσκει, έτσι ώστε να δημιουργήσει ένα όσο το δυνατό πιο μεγάλο χάσμα ανάμεσα στο «εμείς» και το «εκείνοι».
Υπάρχουν αρκετές παρανοήσεις και συμπεριφορές τις οποίες βρίσκω εξαιρετικά καταστροφικές εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο απομονώνουν τις ανησυχίες των λεσβιών και των γκέι:
  1. Η καταπίεση των λεσβιών και των γκέι δεν είναι τόσο σοβαρή όσο άλλες μορφές καταπίεσης. Δεν είναι ζήτημα πολιτικό αλλά ιδιωτικό. Οι ολέθριες συνέπειες που έχει στη ζωή κάποιου/ας το να χάσει δουλειά, παιδιά, φίλους και οικογένεια, το ηθικό τίμημα του να ζει σε διαρκές καθεστώς φόβου μην τον/την πάρουν χαμπάρι τα λάθος άτομα (κάτι που διαπνέει τις ζωές όλων των λεσβιών και όλων των γκέι, ανεξάρτητα απ’ το αν έχουν αυτοαποκαλυφθεί ή αν παραμένουν στη ντουλάπα), καθώς και η σωματική βία που υφίστανται οι γκέι και τις λεσβίες, ή ακόμα και οι θάνατοί τους στα χέρια ομοφοβικών· όλα αυτά μπορούν, σύμφωνα τον παραπάνω μύθο, να αγνοηθούν τελείως.
  2. «Γκέι» πάει να πει λευκοί γκέι άντρες με παχυλά εισοδήματα, τελεία και παύλα. Το να αντιλαμβανόμαστε έτσι τα γκέι άτομα μας επιτρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι κάποιες από μας είναι γυναίκες και έγχρωμες και προερχόμενες απ’ την εργατική τάξη και φτωχές και ανάπηρες και ηλικιωμένες. Το στενόμυαλο σκεπτικό που θέλει τα γκέι άτομα να είναι λευκοί μεσοαστοί άντρες, δηλαδή ακριβώς αυτό που τα συστημικά μέσα θέλουν να πιστεύει ο κόσμος, υπονομεύει την συνειδητοποίηση της αλληλεπικάλυψης των ζητημάτων και των ταυτοτήτων. Παρ’ όλα αυτά, είναι απαραίτητο, όταν συνδέουμε την ομοφοβία με άλλες μορφές καταπίεσης, να μην πέφτουμε θύματα του διαστρεβλωμένου σκεπτικού που θέλει τον λόγο για τον οποίο παίρνουμε την ομοφοβία στα σοβαρά να είναι το ότι επηρεάζει κάποιες κοινωνικές ομάδες οι οποίες καταπιέζονται «πραγματικά», π.χ. έγχρωμοι/ες, γυναίκες, άτομα με αναπηρίες. Η ομοφοβία είναι από μόνη της μια πραγματική μορφή καταπίεσης και σ’ ένα ετεροσεξιστικό σύστημα όλοι οι μη-ετεροφυλόφιλοι θεωρούνται «διεστραμμένοι» και καταπιέζονται.
  3. Η ομοφυλοφιλία είναι πρόβλημα, ή ακόμα και αρρώστια, των λευκών. Αυτή η αντίληψη είναι αρκετά διαδεδομένη στα έγχρωμα άτομα. Άνθρωποι που αντιτίθενται μαχητικά στον ρατσισμό σε όλες του τις εκφάνσεις ακόμα αντιμετωπίζουν τη γυναικεία και αντρική ομοφυλοφιλία με γελάκια ή, ακόμα χειρότερα, με περιφρόνηση. Οι έγχρωμοι/ες ομοφοβικοί/ες δεν καταπιέζουν μόνο τους/τις λευκούς/ές, αλλά και μέλη των ίδιων των ομάδων τους – τουλάχιστο ένα δέκα τοις εκατό των ομάδων τους.
  4. Οι εκφράσεις της ομοφοβίας είναι θεμιτές και αποδεκτές σε περιβάλλοντα όπου άλλες μορφές φραστικής μισαλλοδοξίας θα απαγορεύονταν. Ταπεινωτικά σχόλια και αστεία για «λεσβίες» και «πούστηδες» εκφέρονται δίχως την παραμικρή κατάκριση σε κύκλους όπου αστεία για «αράπηδες» και «κιτρινιάριδες», για παράδειγμα, θα προκαλούσαν την άμεση επίπληξη ή ακόμα και τον αποκλεισμό του αστειευόμενου. Ένα βράδυ μπροστά στην τηλεόραση είναι ενδεικτικό του πόσο αποδεκτές είναι οι δημόσιες εκφράσεις της ομοφοβίας.
    Πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν και να αλλάξουν νοοτροπίες και συμπεριφορές που είναι τόσο βαθιά ριζωμένες; Σίγουρα ο γκέι και λεσβιακός/φεμινιστικός ακτιβισμός έχει, απ’ τα τέλη του 60, σημαντικές κατακτήσεις τόσο στη δημόσια σφαίρα όσο και στην συνειδητοποίηση των ατόμων. Αυτά τα κινήματα έχουν παίξει έναν σημαντικό εκπαιδευτικό ρόλο, αλλά σχεδόν καθόλου δεν έχουν επηρεάσει το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα. Προγράμματα που να επικεντρώνονται με θετικό τρόπο σε θέματα έμφυλης ταυτότητας, σεξουαλικότητας και σεξισμού είναι ακόμα σπάνια, ειδικά στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο, τα σχολεία είναι πραγματικά καζάνια ομοφοβίας, κάτι που καταμαρτυρείται τόσο από τα γκραφίτι στις τουαλέτες και τα ταπεινωτικά σχόλια που ακούγονται στον προαύλιο, όσο κι απ’ την ετεροσεξιστική προσέγγιση των περισσότερων κειμένων και την απόλυση δασκάλων αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν είναι ετεροφυλόφιλοι/ες.

Στο παρόν πολιτικό κλίμα τα σχολεία βρίσκονται διαρκώς υπό εχθρικά διακείμενη εξονυχιστική εξέταση από καλά οργανωμένες συντηρητικές δυνάμεις. Χρειάζεται πολύ κουράγιο για να κλονίσει κάποιος τις αρνητικές στάσεις των παιδιών σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι ομοφυλόφιλος/η, γυναίκα, από τον Τρίτο Κόσμο, κλπ. Αλλά αυτές οι στάσεις
πρέπει να κλονιστούν αν είναι να σταματήσει κάποτε η αυτονόητη ομοφοβία που διαποτίζει την κοινωνία. Έχω συνειδητοποιήσει τόσο από τη διδασκαλία μου στο σχολείο όσο και από τις επαφές μου με το ευρύ κοινό, ότι η σύνδεση διαφορετικών μορφών καταπίεσης αποτελεί την τέλεια εισαγωγή σε θέματα λεσβιακής και γκέι ταυτότητας και ομοφοβίας, μιας και δίνει στον κόσμο ένα πλαίσιο αναφοράς. Ιδιαίτερα όταν έχουν ήδη γίνει προσπάθειες στο σχολείο να διδαχτούν τα παιδιά τι πάει να πει ρατσισμός και σεξισμός. Είναι ανακριβές και στρατηγικά λάθος να παρουσιάζεται όλο το υλικό για τους ομοφυλόφιλους σαν να ήταν όλοι λευκοί άντρες. Ευτυχώς έχουμε στη διάθεσή μας υλικό, που ολοένα αυξάνεται, γραμμένο κυρίως από φεμινίστριες του Τρίτου Κόσμου, και το οποίο προσφέρει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για τη διασταύρωση διαφορετικών ταυτοτήτων και θεμάτων.
Ίσως κάποιοι/ες αναγνώστες/αναγνώστριες ακόμα να αναρωτιούνται: «Ομοφοβία: γιατί να το κάνουμε θέμα;» Ένας λόγος είναι το ότι ένα δέκα τοις εκατό των μαθητών σας θα γίνουν ή ήδη είναι λεσβίες και γκέι. Το ίδιο κι ένα δέκα τοις εκατό των συναδέλφων σας. Η ομοφοβία μπορεί να είναι η τελευταία απ’ τις μορφές καταπίεσης που θα εξαλειφθεί· αλλά θα εξαλειφθεί. Και θα εξαλειφθεί πολύ πιο γρήγορα αν άνθρωποι που αντιτίθενται σε κάθε μορφή υποταγής συνασπιστούν για να τα καταφέρουν.
1 Barbara Smith. 1983. Homophobia: why bring it up? Interracial Books for Children Bulletin 7–8. Μεταφρασμένο από την ανατύπωση στο: Abelove, H, MA Barale, D Halperin (επ.). 1993. The Lesbian and Gay Studies Reader. Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Routledge, σελ. 99-102
2 The Combahee River Collective. 1982. A Black Feminist Statement. Στο All the Women are White, all the Blacks are Men, But Some of Us are Brave: Black Women’s studies, επ. GT Hull, P Bell Scott, B Smith. Νέα Υόρκη: The Feminist Press, σελ. 13, 16. 

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Αποπειράθηκαν να κάψουν διεμφυλική (τρανς) σε εσπερινό σχολείο!


Την απόπειρα να κάψουν διεμφυλική (τρανς) σε ελληνικό σχολείο καταγγέλλει με Δελτίο Τύπου το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών. Σύμφωνα με την καταγγελία, 25χρονη γυναίκα αντιμετώπισε αρχικά την αντίδραση του διευθυντή, όταν προσπάθησε να εγγραφεί σε εσπερινό σχολείο. Ο διευθυντής, αφού αναγκάστηκε να δεχτεί την εγγραφή της, συνέχισε να μην την αποδέχεται και να την απειλεί χρησιμοποιώντας ακόμη και σωματική βία, εξαναγκάζοντας την να πηγαίνει στο σχολείο ντυμένη σαν αγόρι, προκαλώντας τη χλεύη των συμμαθητών της. Η συμπεριφορά αυτή αποθράσυνε κάποιους συμμαθητές οι οποίοι, σύμφωνα με την καταγγελία, έφτασαν στο σημείο να την περιλούσουν με εύφλεκτο υγρό, με σκοπό να την κάψουν. Η διεύθυνση αντιμετώπιζε αυτές τις συμπεριφορές ως «προσωπικές διαφορές» και «πειράγματα».   

Το δελτίο Τύπου του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών:   
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ   
Θέμα: «Καταγγελία διακρίσεων, εκφοβισμού και ρατσιστικής βίας κατά τρανς γυναίκας στο χώρο της Εκπαίδευσης».   

Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (Σ.Υ.Δ.), συλλογικότητα για την υποστήριξη των δικαιωμάτων των διεμφυλικών / τρανς ατόμων και η Ομάδα «Ομοφοβία στην Εκπαίδευση», συλλογικότητα Εκπαιδευτικών, Επαγγελματιών Ψυχικής Υγείας και Κοινωνιολόγων – Κοινωνικών Λειτουργών, για την καταπολέμηση της ομοφοβίας και τρανσφοβίας στο χώρο της εκπαίδευσης, καταγγέλλουν υπόθεση διάκρισης λόγω ταυτότητας φύλου, εκφοβισμού και ρατσιστικής βίας κατά τρανς ατόμου στο χώρο της εκπαίδευσης.

Συγκεκριμένα όπως μας κατήγγειλε 25χρονη τρανς γυναίκα που αναγνωρίζεται με το όνομα Α.:   

Στην αρχή του σχολικού έτους 2011-12 κατά την εγγραφή της σε εσπερινό σχολείο της Αττικής με σκοπό να ολοκληρώσει τις σχολικές σπουδές της, αντιμετώπισε προβλήματα με τη νέα διεύθυνση του σχολείου. Προσκόμισε έγγραφο στο οποίο (λόγω του ότι δεν έχει κάνει επέμβαση επαναπροσδιορισμού) αναγράφονται τα αντρικά της στοιχεία, τα οποία δε συμφωνούν με την εμφάνιση / κοινωνικό της φύλο. Η πρώτη αντίδραση του διευθυντή ήταν: «για τον αδερφό σου πρόκειται;» και όταν η τρανς κοπέλα του απάντησε ότι πρόκειται για την ίδια, εκείνος προσπάθησε να μην την εγγράψει χρησιμοποιώντας διάφορες αιτιολογίες.    

Συγκεκριμένα, ο διευθυντής του σχολείου τής δήλωσε ότι έχει πρόβλημα με την εμφάνιση της, ότι είναι αγόρι αφού γεννήθηκε αγόρι, ότι στο “δικό” του σχολείο  δε δέχεται τέτοιες καταστάσεις, ότι “θα ενοχληθούν οι υπόλοιποι μαθητές” και ότι σε περίπτωση πειράγματος “εγώ θα τιμωρήσω και εσένα και αυτούς”. Αργότερα, για να απαλλαγεί από την παρουσία  της την πίεζε να αλλάξει σχολικό περιβάλλον, προτείνοντάς της αρχικά να πάει  σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. Αφού η Α. δεν το δέχτηκε, της είπε να μην προσέρχεται στο χώρο του σχολείου και να προσέλθει μόνο κατά στη διεξαγωγή των εξετάσεων του Ιουνίου.   

Ο διευθυντής του σχολείου σε κάθε ευκαιρία δημιουργούσε κλίμα εκφοβισμού και αποκλεισμού, χρησιμοποιούσε μειωτικές εκφράσεις, εξαπέλυε έμμεσες απειλές, της έδινε αποβολές, έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιήσει σωματική βία εναντίον της, με αποτέλεσμα να καλλιεργηθεί έντονο κλίμα σύγκρουσης στη σχολική κοινότητα. Συγκεκριμένα της είπε ότι “Αν επιθυμώ να το τραβήξω, έχω τη δυνατότητα να σε κάνω να μην μπορείς να σταθείς σε κανένα άλλο σχολείο”. Έτσι εξαναγκάστηκε η Α. να πηγαίνει στο σχολείο ντυμένη ως αγόρι, με αποτέλεσμα να αρχίσουν τα παιδιά να την χλευάζουν λέγοντας «Η Ά. ξαναέγινε αγόρι».    

Όλα αυτά δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε ομάδα παιδιών να προβαίνει σε πράξεις χλευασμού, ύβρεων, απειλών αλλά και ακραίων βιαιοπραγιών, απειλώντας σοβαρά ακόμη και τη σωματική ακεραιότητά της (σωματική βία και πέταγμα αντικειμένων όπως πέτρες, μπουκάλια, την περιέλουσαν με εύφλεκτο υλικό προσπαθώντας να την κάψουν κ.α). Αυτά γίνονταν εντός κι εκτός σχολείου, με παρουσία ή απουσία καθηγητών. Επίσης μας καταγγέλθηκε ότι στους χώρους εφημεριών του σχολείου (είσοδος, χώρος διαλειμμάτων και διάδρομοι) συνήθως δεν βρίσκονται καθηγητές.   

Η αντιμετώπιση των παραπάνω περιστατικών  από πλευράς διεύθυνσης του σχολείου, μείωνε το βάρος των επιθετικών πράξεών. Τις μετέφραζε ως προσωπικές διαφορές και «πειράγματα» και απέδιδε την ευθύνη στην Α. με τον ισχυρισμό ότι αυτή προκαλεί με την εμφάνιση και τη συμπεριφορά της. Το θέμα δεν τοποθετήθηκε ως σοβαρή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.   Όπως επίσης δηλώνει η Α., αισθανόταν ότι στους καθηγητές είχε καλλιεργηθεί ένα κλίμα φόβου από πλευράς της διεύθυνσης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να βρίσκει συμπαράσταση από αυτούς. Η μοναδική καθηγήτρια που ανταποκρίθηκε και υποστήριξε το αυτονόητο δικαίωμά της στην εκπαίδευση, το σεβασμό στην ταυτότητα φύλου της και την αξιοπρεπή αντιμετώπιση χωρίς διακρίσεις, ήταν η φιλόλογος Ε.Α.    

Με τις προσπάθειές της η Α. κατάφερε πέρυσι να πάρει βραβείο μαθητείας. Επίσης έχει εκλεχθεί στο πενταμελές της τάξης και στο δεκαπενταμελές του σχολείου. Είναι χαρακτηριστική μία φράση από την καταγγελία της Α: «η απαξιωτική συμπεριφορά του διευθυντή μου είχε κλονίσει την ψυχολογία μου και σκεφτόμουν ως λύση την αυτοκτονία». Όπως επίσης αναφέρει η Α., «αν δεν είχα την ψυχική στήριξη της φιλολόγου του σχολείου μας, κυρίας Ε.Α., ενδεχομένως να είχα αυτοκτονήσει».   Η καθηγήτρια Ε.Α. όλο αυτό το διάστημα κατά το οποίο στήριξε ηθικά την τρανς μαθήτρια Α. και αντιμετώπισε από τη διεύθυνση μια σειρά προβλημάτων με διάφορες αιτιάσεις.  

Αυτή την περίοδο βρίσκεται αντιμέτωπη με Ε.Δ.Ε, στην οποία την παρέπεμψε ο διευθυντής του σχολείου.   Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι η Α., παρά τα περιστατικά διάκρισης και εκφοβισμού που αντιμετώπισε, κατάφερε να σταθεί στα πόδια της, και προχώρησε σε σχετικές έγγραφες αναφορές-καταγγελίες στον Συνήγορο του Πολίτη και στην Αστυνομία. Απευθύνθηκε επίσης στο Διευθυντή του Γραφείου Εκπαίδευσης και στο γραφείο Υφ. Παιδείας. Η κατάσταση όμως δε βελτιώθηκε.    

Η βία, ο φόβος και ο εκφοβισμός, οι απειλές, οι διώξεις, οι διακρίσεις, η ανικανότητα διαχείρισης τέτοιων προβλημάτων από το διευθυντή του σχολείου και η ένοχη σιωπή των άλλων εκπαιδευτικών, διευθυντών γραφείου κ.α κάνει το σχολείο απειλητικό χώρο για την Α. Ζητούμενο με πολύ απλά λόγια είναι το δικαίωμα σε εκπαίδευση, ίσες ευκαιρίες, σεβασμό και αποδοχή, όπως περιγράφεται από την Α.: «Ζητώ να με βοηθήσετε στα προβλήματα που αντιμετωπίζω στο χώρο του σχολείου λόγω της ταυτότητας φύλου μου, ώστε να καταφέρω να ολοκληρώσω ομαλά τις σπουδές μου, τίποτε παραπάνω».   

Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ) και η ομάδα «Ομοφοβία στην Εκπαίδευση» με αφορμή αυτή την υπόθεση που δεν είναι μοναδική (θυμίζουμε παρόμοια υπόθεση που είχε καταγγελθεί προ ετών όταν δύο τρανς γυναίκες δεν τους απετράπη η εγγραφή τους σε νυκτερινό λύκειο ώστε να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους), καταγγέλλουμε με ευθύ και απερίφραστο τρόπο την ομοφοβία, την τρανσφοβία και τις διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου που επικρατούν στο χώρο της εκπαίδευσης.    Βρισκόμαστε στο πλευρό της τρανς μαθήτριας που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα παραβίασης της προσωπικότητάς της, της αρχής κατά των διακρίσεων, του δικαιώματός της στην εκπαίδευση και στην ασφάλεια.    

Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας και τους εμπλεκόμενους φορείς, να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε η καταγγέλλουσα να ολοκληρώσει τις σπουδές της, να εξαλειφθούν οι διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου στο χώρο της εκπαίδευσης και να γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης σε όλο τον εκπαιδευτικό χώρο.   

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΔΙΕΜΦΥΛΙΚΏΝ (Σ.Υ.Δ.) 

Πηγή: www.lifo.gr